αλειμματάς

αλειμματάς
ο , αλειμματού η
1) тот, кто подмешивает сало в сливочное масло (в торговле или на кухне); 2) смазчик; 3) тот, кто даёт взятку

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αλειμματάς" в других словарях:

  • αλειμματάς — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 17 κάτ.) της Κεφαλονιάς. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ελειού Προνών του νομού Κεφαλληνίας. * * * ο (θηλ. ού) [άλειμμα] 1. αυτός που αλείφει κάτι 2. βουτυροπαραγωγός 3. έμπορος, νοθευτής τού βουτύρου …   Dictionary of Greek

  • αλειμματάς — ο πληθ. άδες, αυτός που νοθεύει το βούτυρο με λίπος: Μερικοί βουτυρέμποροι είναι αλειμματάδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Kefalonia (Gemeinde) — Gemeinde Kefalonia Δήμος Κεφαλονιάς …   Deutsch Wikipedia

  • άλειμμα — το (Α ἄλειμμα) κάθε υλικό που χρησιμοποιείται για επάλειψη, η αλοιφή νεοελλ. 1. πράξη τού αλείφω, επάλειψη, επίχριση 2. το ζωικό ή φυτικό λίπος που χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως αναπλήρωμα τού βουτύρου, πάχος, ξίγγι 3. το χοιρινό λίπος που… …   Dictionary of Greek

  • σκάλα — I (Scala). Περίφημο λυρικό θέατρο του Μιλάνου. Χτίστηκε το 1778 από τον Γκιουζέπε Πιερμαρίνι στη θέση της παλιάς εκκλησίας της Σάντα Μαρία αλά Σκάλα και σε αντικατάσταση της παλιάς δουκικής σκηνής, που καταστράφηκε από πυρκαγιά. Τόσο για το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»